Αναμνήσεις απ’ τη στρατιωτική θητεία (Λάζαρος Κυρίτσης)

Λάζαρος Κυρίτσης

……………

Τελείωσα με τον Σμηνίτη Βαλτινό και καταχωρήθηκαν τα στοιχεία του. Πάμε στον επόμενο στρατιώτη. Ποιος είναι; Λάζαρος Κυρίτσης. Ειδοποιώ τον υπασπιστή να έρθει στο γραφείο μου.  

-Σε παρακαλώ, ειδοποίησε τον επόμενο στρατιώτη να περάσει για συνέντευξη. Είναι ο Στρατιώτης Λάζαρος Κυρίτσης.
-Μάλιστα κύριε Διοικητά.

Δευτερόλεπτα μετά, ακούω τη φωνή «Ο Στρατιώτης Κυρίτσης να παρουσιαστεί στο Διοικητή!»

Τοκ τοκ, χτυπάει η πόρτα
-Εμπρός
-Στρατιώτης Κυρίτσης Λάζαρος. Διατάξτε κύριε Διοικητά!

Παρουσιάστηκε μπροστά μου ο μεγαλύτερος ηλικιακά στρατιώτης. Έμεινα άφωνος. Μάλλον εγώ όφειλα προσοχή σε αυτόν και όχι αυτός σε μένα. Ζωηρός στην προσοχή του, με δυνατή φωνή.

-Στρατιώτη Κυρίτση, γνωρίζεις πως είναι μια διαδικασία για να σας γνωρίσω καλύτερα.
-Γνωρίζω κύριε Διοικητά, μου απάντησε με στεντόρεια φωνή. Θα ήθελα, όμως, μία χάρη.
-Τι θα ήθελες;
-Αντί να κρατήσετε εσείς σημειώσεις, να σας γράψω εγώ τα πάντα γύρω από μένα. Αρκεί να μου παραχωρήσετε μια γραφομηχανή.

Πού να έβρισκα γραφομηχανή τέτοια εποχή; Πού;

Τη λύση μου έδωσε ο Διαχειριστής. Στην αποθήκη υπήρχε μια ξεχασμένη. Του ζήτησα να της ρίξει μια ματιά, μην εκτεθούμε. Μόλις με διαβεβαίωσε ο Διαχειριστής πως η γραφομηχανή είναι άριστη, του ζήτησα να την φέρει στο γραφείο μου.

-Στρατιώτη Κυρίτση, η γραφομηχανή που ζήτησες. Περιμένω να μου συστηθείς.

Του παραχώρησα τη θέση του γραφείου μου. Κοίταξε τη γραφομηχανή, σα να την επιθεωρούσε. Έλεγξε τη μελανοταινία. Χτύπησε τα πλήκτρα. Το ύφος του έλαμψε. Κάθισε στην καρέκλα μου, διόρθωσε τα γυαλιά του και ξεκίνησε να γράφει την ιστορία του.  

Για να είμαι ειλικρινής, του πήγαινε η θέση. Όση ώρα έγραφε, τον παρατηρούσα. Θαύμαζα την επιμέλειά του.

Κάθε λίγο και λιγάκι διόρθωνε τα γυαλιά του, ενώ έριχνε και κλεφτές ματιές προς εμένα.

Πώς ξεκινά; Ας δούμε μαζί…