Αναμνήσεις από τη στρατιωτική μου θητεία – Αγγελής Δημήτρης

Αγγελής Δημήτρης

Μπήκε ο Ιούνης. Ορμητικά! Ο μήνας με τη μεγαλύτερη μέρα, το θερινό ηλιοστάσιο. Κι όπως έγραψε ο Γιάννης Ρίτσος:

Είχαν αρχίσει οι ζέστες – Ιούνιος μήνας –
άλλαζες κάθε τόσο θέση στο κρεβάτι
ζητώντας το δροσερό μέρος στα σεντόνια,
μη βρίσκοντας δροσιά. Κι αυτή η ταυτόχρονη
καταδίκη και αθώωση. Φωνάζανε οι γρύλοι.
Οι φρουροί αποκοιμήθηκαν πάνου στα όπλα τους.
Το φεγγάρι στάθηκε να τους κοιτάζει.
Ένα πουλί ξύπνησε.
Το ποτάμι κυλούσε.
Τότε ακριβώς, ο πιο μεγάλος έκανε μια κίνηση
σα ν’ άπλωνε τον ουρανό πάνου στα γόνατά του
άρχισε να ράβει τ’ αστέρια στη θέση τους
όπως ράβει ο φυλακισμένος τα κουμπιά στο σακάκι του.

Άλλος ένας μήνας στο σακούλι του χρόνου, άλλος ένας μήνας στην ανηφόρα της ζωής μας. Και φυσικά ένας μήνας λιγότερος από τη θητεία των στρατευμένων! Μην το ξεχνάμε αυτό!

  • Καλημέρα κύριε Διοικητά!
  • Καλημέρα υπασπιστή. Τι κάνεις; Είχαμε κάτι;
  • Όχι κύριε Διοικητά. Όλα ήσυχα.
  • Ωραία.
  • Παρουσιάστηκε χτες το βράδυ ένας νέος στρατιώτης και περιμένει να τον ειδοποιήσω να παρουσιαστεί.
  • Βεβαίως να παρουσιαστεί.

Μπαίνω στο γραφείο. Ι υπασπιστής μου δε με αφήνει παραπονεμένο. Στοίβα τα χαρτιά για υπογραφή. Είναι αλήθεια πως του έχουν πέσει πολλά μαζεμένα. Οι σκέψεις σταματούν απότομα. Το χτύπημα στην πόρτα, ο νέος στρατιώτης!

  • Εμπρός!
  • Στρατιώτης Αγγελής Δημήτρης! Διατάξτε κύριε Διοικητά!
  • Καλώς ήρθες! Πώς είσαι; Τακτοποιήθηκες;
  • Μάλιστα κύριε Διοικητά.
  • Γνωρίζεις τη διαδικασία; Να ξεκινήσουμε;
  • Μάλιστα κύριε Διοικητά.
  • Πάμε λοιπόν!

Η αλήθεια είναι πως η θητεία δεν ξεκινάει όταν περνάς την πύλη… Η θητεία ξεκινάει εκείνη την ημέρα που μπαίνεις στο site του ΓΕΣ και βλέπεις την ημερομηνία κατάταξης. Τότε ξεκινάνε όλα: Οι σκέψεις, οι αλλεπάλληλες ερωτήσεις σε παλιούς, σε νυν, τα ταχύρρυθμα μαθήματα της αργκό του στρατού (μπιφτέκια, ψάρακες, χωσέ, λελέδες, λαίουρες, αλφαμίτης και άλλα βασικά), ψάξιμο σε φόρουμ, συζητήσεις και πολλά άλλα που κρίνεις απαραίτητα να ξέρεις πριν τη μεγάλη μέρα. Ακολουθούν τα ψώνια, η προετοιμασία, θα πρέπει να είσαι έτοιμος να φέρεις εις πέρας τη θητεία σου από την πρώτη μέρα.

Το άγχος να έχεις κάτι στην άκρη, να μπορείς να τα βγάλεις πέρα. Το κούρεμα. Το πρώτο κόντρα ξύρισμα. Όλη αυτή η προεργασία είναι η αρχή της θητείας σου στο στρατό. Και στις συζητήσεις που κάνει κανείς πριν μπει στρατό (ιδιαίτερα σε αυτή την «τελευταία έξοδο σαν πολίτης») ακούει εκείνη την ατάκα που είναι η πεντακάθαρη αλήθεια: Τίποτα δε συγκρίνεται με τη στιγμή που περνάς την πύλη, το πρώτο βράδυ και τη στιγμή που παίρνεις την ταυτότητα. Και ισχύει στο έπακρο!

Και έρχεται η μεγάλη μέρα… Θυμάμαι πεντακάθαρα τη στιγμή που περνάω την πύλη στο ΚΕΤΘ Αυλώνα, τη στιγμή που μπαίνω στο λεωφορείο και κάπου εκεί ξεκινάει η ατελείωτη ουρά: Ουρά για τα στοιχεία σου, ουρά για τα ρούχα σου (που σχεδόν ποτέ δε σου κάνουν), ουρά για να πας στην Ίλη (που στην αρχή όλοι νομίζουν ότι γράφεται με «Υ»), ουρά για να δώσεις συνέντευξη στο διοικητή, ουρά για το θάλαμο… Ατελείωτη ουρά. Και μέσα σε αυτές τις ουρές, άγνωστος μεταξύ αγνώστων, να γνωρίσεις κόσμο, να σε γνωρίσει κόσμος, να προσπαθήσεις να μάθεις ότι περισσότερο μπορείς.

Με όσους προλάβαμε τα Κέντρα Εκπαίδευσης νεοσυλλέκτων νομίζω πως θα συμφωνήσουμε στο εξής: Τον ελεύθερο χρόνο. Άπλετος ελεύθερος χρόνος – φαινομενικά κενός – όμως που οι πολιτικές συζητήσεις, οι φιλοσοφικές κουβέντες, οι κουβέντες για της εξελίξεις μετέτρεπαν αυτές τις άδειες ώρες σε γεμάτες. Σε άκρως παραγωγικές. Αρκεί να μην αφήνεις τίποτα στη μοίρα του. Μπορούσες εύκολα να ταράξεις την ηρεμία που υπήρχε στο μικρόκοσμο του στρατού. Θυμάμαι όταν στη διπλανή Ίλη φαντάρος σηκώθηκε και βγήκε με θάρρος παραπονούμενος για έναν Ανθυπολοχαγό τόσο Έλληνα που παρότρυνε τους φαντάρους να πίνουν αίμα αλβανικό, για τρεις ημέρες ο θάλαμος δεν κοιμόταν και συζητούσε: Για τον φασισμό, για το ποιος είναι ο πραγματικός πατριώτης, γιατί δεν πρέπει να δεχόμαστε τα καψώνια, γιατί να μη συμβιβαζόμαστε με την ατάκα «εδώ είναι στρατός», γιατί όταν είμαστε ενωμένοι μας φοβούνται, ότι εμείς αν γίνει κάτι τέτοιο θα αντιδράσουμε και άλλα τέτοια.

Κάτι λιγότερο από μήνα στο ΚΕΤΘ με πολλές αγγαρείες, με βολή (ίσα να συνηθίσουμε το μπαμ του G3), με άπειρο βήμα και παρέλαση, με τον γνωστό τύπο (όσοι έχουν κάνει Αυλώνα τα τελευταία 10 και κάτι χρόνια θα με καταλάβουν) να καραδοκεί με το Στάγιερ για να μαζέψει στρατιώτες για αγγαρείες και κάπου εκεί έρχεται η ορκωμοσία και τα πρώτα Φύλλα Πορείας.

  • Αγγελής!
  • Παρόν!
  • ΕΛΔΥΚ

Και ακολουθεί η άδεια ορκωμοσίας, λίγες μέρες ξανά στο ΚΕΤΘ και η αναμονή για την πτήση. Και έφτασε η «μεγάλη μέρα». Προσγειωνόμαστε στο Αεροδρόμιο της Λάρνακας και εκεί περιμέναμε να μας πουν που θα πάμε. Μπαίνουμε στο λεωφορείο και φτάνουμε στη μονάδα. Στην ίλη μου ήμουν ο μοναδικός «νέος» που έφτασε. Η υπόλοιποι θα έρχονταν με την επόμενη πτήση δύο μέρες μετά. Οι συφάνταροι με υποδέχτηκαν, θυμάμαι το πρώτο κιόλας βράδυ τον ΛΥ να με ξεναγεί σε όλη τη μονάδα, στους όρχους, τις ίλες, το διοικητήριο. Υπήρχε ένα αίσθημα συντροφικότητας και ήταν πολύ θετικό.

Έρχονται και οι υπόλοιπες «σειρές» μου – με κάποιους από αυτούς ήμασταν από το κέντρο μαζί. Ακολουθεί η εβδομάδα προσαρμογής (ή αγάπης όπως ειρωνικά λέγεται) με καθημερινές εξόδους, γνωριμία με τη Λάρνακα, το στρατόπεδο, τη δομή του. Και ξεκινάνε οι πρώτες υπηρεσίες. Και κάπου εδώ τελειώνει ο «κενός» χρόνος στο στρατό. Από το εγερτήριο μέχρι και το φαγητό το πρόγραμμα είναι γεμάτο, μετά υπηρεσίες και γενικά ότι προβλέπει ο ΠΩΥΕ!!!

Η θητεία μου στην Κύπρο όταν κάνω τη σούμα αφήνει πολλές όμορφες αναμνήσεις. Συζητήσεις όλων των ειδών (πολιτικές, φιλοσοφικές, για μπάντες με τον Λοχία μου – κοινά ακούσματα), ανθρώπους, προβληματισμούς, αστεία σκηνικά, εκπαίδευση, ατελείωτες βόλτες στην Λάρνακα. Όλα. Το ποιο σημαντικό όμως: Το αίσθημα της αλληλεγγύης που είχαμε δημιουργήσει. Ότι είχαμε ο ένας τον άλλο. Ότι δε χωράνε μεταξύ μας ρουφιάνοι. Ότι δε πρέπει να κοιτάει ο καθένας την πάρτη του, αλλά να μοιράζουμε τα βάρη (τα φίδια στην μπάντα που λέμε). Και ότι με ή χωρίς την παραλλαγή έτσι πρέπει να είναι τα πράγματα για να μπορέσουμε να τα βάλουμε με αυτούς που μας πολεμάν καθημερινά.

Φοβερές συζητήσεις με αφορμή την ΝΑΤΟϊκή άσκηση Noble Jump με συναδέλφους, με στελέχη. Και η ατάκα από έναν συνάδελφο «εσάς τους ΚΚΕδες σας πάω γιατί και ξέρετε τι λέτε και έχετε και το θάρρος να τα λέτε όποιον και αν έχετε απέναντί σας. Αν ξαναγίνει να μας πείτε να βγούμε κι εμείς αναφορά». Τι το καλύτερο από αυτό…

Αλλά και για τα καθημερινά προβλήματα. Τις «εμπλοκές», τις αλλεπάλληλες υπηρεσίες με 40+ βαθμούς. «Κάτι πρέπει να κάνουμε μάγκες, δε γίνεται άμα δεν αντιδράσουμε», «καλά τα λες θα βγω κι εγώ παραπονούμενος, όταν είμαστε πολλοί θα μας ακούσουν, δε θα κάνουν τις πάπιες». Η γκρίνια είχε πάψει να είναι σιωπηρή και περιορισμένη. Διεκδικούσαμε, φωνάζαμε, απαιτούσαμε «και ας ήταν στρατός»

Και δώστου ξανά συζητήσεις «τι δουλειά έχουμε εδώ ρε παιδιά», «για ποια πατρίδα θα πολεμήσουμε», όποτε γυρνούσαμε από άδεια έμπαινε και ο Ρίζος στο θάλαμο, πάνω στο κρεβάτι για να τον διαβάσουν και οι υπόλοιποι. Κάποιους πείραξε; Σίγουρα. Κάποιους θα τους πείραξε. Ενδεχομένως κάποια στελέχη (δε θα ξεχάσω το ύφος ενός ΑΥΔΜ όταν στην βραδινή αναφορά ήθελε να το παίξει έξυπνος ρωτώντας ποιος ξέρει τι είναι το Κατίν και πήρε την σχετική απάντηση – με έψαχνε όλο το βράδυ να με μεταπείσει κι εγώ συζητούσα με τις σειρές μου στο αρχιλοχάδικο) και σίγουρα τους φασίστες (ένας είχε φανερωθεί και τον είχαμε κάνει περίγελο με τους συφάνταρους μαζί).

Αυπνία, πήξιμο, κούραση, ζέστη είναι τα αρνητικά. Όμως σβήνουν μπροστά στην ανεκτίμητης αξίας εμπειρία να συναναστρέφεσαι με τόσο ετερόκλητους ανθρώπους, όλων των ηλικιών, κατά βάση φτωχόπαιδα (οι περισσότεροι στην Κύπρο πήγανε για τα λεφτά, με ό,τι μπορεί να σημαίνει αυτό). Όλοι από διαφορετική αφετηρία και σίγουρα με διαφορετική πορεία. Όμως σε αυτό το «διάλειμμα» της ζωής τους μπορείς – και είναι υποχρέωσή σου – να παίξεις τον δικό σου ρόλο. Να σπείρεις ότι μπορείς. Αυτό προσπαθήσαμε να κάνουμε κι εμείς.

Ο καιρός της θητείας στην Κύπρο πέρασε σα νερό (μας το λέγανε οι παλιοί κι εμείς βλέπαμε βουνά). Πραγματικά δεν καταλάβαμε για πότε ήρθε η ώρα να είμαστε εμείς «σειρά επαναπατρισμού». Επιβιβαστήκαμε κι εμείς (ένα μήνα νωρίτερα εγώ λόγω του ότι ήμουν 8μηνός) στο C130. Επόμενος σταθμός Σχολή Πεζικού στη Χαλκίδα. 14 υπηρετίσημες στην πλάτη γεμάτες σκοπιές και περίπολα. Και τέλος.

Φτάνει η μέρα της απόλυσης. Τελικά είχαν δίκιο για εκείνο το συναίσθημα όταν είσαι και επίσημα πολίτης. Αυτά που σκέφτεσαι είναι ένας απολογισμός τι άφησες και τι πήρες. Σαν γενικό συμπέρασμα: Μάθε ότι περισσότερο μπορείς, χωρίς εκπτώσεις και κάνε όσα περισσότερα μπορείς χωρίς δισταγμούς. Και να είσαι τίμιος απέναντι στους συφάνταρούς και ας κουραστείς και λίγο περισσότερο. Αυτά ήταν και για μένα οι βασικές αρχές που προσπάθησα να τηρήσω και δεν το μετάνιωσα.

Και μέσα σε όλα αυτά, είχα και την τιμή να συμμετέχω στην πορεία του πολυτεχνείου με την παραλλαγή. Μεγάλη εμπειρία..

Καλή δύναμη σε όλους τους φαντάρους, όσους υπηρετούν και καλά μυαλά!