Αναμνήσεις από τη στρατιωτική μου θητεία – Δημήτρης Ανδρονιάδης

Νέα χρονιά, με τα ίδια δεδομένα. Και εδώ και δυο μέρες έχει και κρύο για να μας θυμίσει πως είναι και χειμώνας.

Ανακατατάξεις και στη Μονάδα, έφυγαν στρατιώτες, έρχονται νέοι.

Απολύθηκε και ο παλιός υπασπιστής μου, αλλά παρουσιάστηκε ο καινούργιος, οπότε, όλα καλά.

Έβρεχε όλη τη νύχτα. Μπήκα το πρωί στο στρατόπεδο, έκανα μια βόλτα στις σκοπιές να δω πώς είναι οι στρατιώτες μου και επιστρέφω στο γραφείο μου.

  • Καλημέρα κύριε Διοικητά.
  • Καλημέρα υπασπιστή. Τι κάνεις; Πώς ήταν η νύχτα;
  • Ήσυχα κύριε Διοικητά. Δεν είχαμε κάτι. Παρουσιάστηκε και ένας στρατιώτης, μουσικός.
  • Ωραία. Τακτοποιήθηκε;
  • Μάλιστα κύριε Διοικητά. Θέλετε να τον ειδοποιήσω να παρουσιαστεί;
  • Ναι, ειδοποίησέ τον.

Βγαίνει από το γραφείο, αθόρυβα. Είδα λίγο τα εισερχόμενα. Και πριν προλάβω να βάλω την πρώτη υπογραφή, χτυπά η πόρτα.

  • Εμπρός!
  • Στρατιώτης Δημήτρης Ανδρονιάδης. Διατάξτε κύριε Διοικητά.
  • Καλώς ήρθες στη Μονάδα μας. Τακτοποιήθηκες; Είχες κάποιο πρόβλημα;
  • Όχι κύριε Διοικητά.
  • Γνωρίζεις τη διαδικασία;
  • Μάλιστα κύριε Διοικητά.
  • Να ξεκινήσουμε;
  • Να ξεκινήσουμε.

“Πού πάμε βρε Νίκο;”

14 προς 15 Νοέμβρη 2018, αργά το βράδυ θυμάμαι να κάνω αυτή την ερώτηση σε ένα φίλο μου, που έτυχε να καταταγούμε μαζί στο 265 Μ/Κ ΤΕ στο Μανταμάδο της Λέσβου. Ήμασταν στο καράβι για την πρώτη επίσκεψή μας στο νησί. Την ίδια ερώτηση έκανα στον εαυτό μου πάλι τώρα. Θυμάμαι πριν μερικές μέρες, που με μια παρέα φίλων βγήκαμε στη Νίκαια “να χαιρετήσουμε (ως είθισται) τον φαντάρο” κι εκεί να νιώθω πως η ζωή μου μπαίνει σε παύση.

Είμαι μουσικός, πιανίστας για την ακρίβεια, αλλά ασχολούμαι και με την ενορχήστρωση και -θέλω να λέω- με τη σύνθεση. Το καλοκαίρι είχα μόλις πάρει το πτυχίο της Φούγκας (ανώτερο θεωρητικό πτυχίο της μουσικής, συνοδευόμενο με μπόλικο διάβασμα), και ήθελα να προχωρήσω στη Σύνθεση. Λίγες μέρες πριν φύγουμε για το νησί τελείωνα τις ηχογραφήσεις στην πρώτη μου παραγωγή/ενορχήστρωση, το δίσκο “Κακή Φωτιά” (μουσική Θ. Καρέλλας), και πραγματικά λαχταρούσα να γίνει η μίξη, να ακούσω ολοκληρωμένο πια το αποτέλεσμα. Τώρα όλα αυτά θα σταματούσαν για εννιά μήνες. Εννιά ολόκληρους μήνες! Διάφοροι φίλοι μουσικοί με παρότρυναν να… εκμεταλλευτώ το γεγονός ότι είμαι μουσικός. “Βάλε ένα βύσμα βρε αδερφέ, μην παιδευτείς”, “μην το βλέπεις σαν βύσμα, γιατί εσύ είσαι μουσικός, δεν γίνεται να αφήσεις τη δουλειά σου στη μέση, να σκουριάσεις, να κάνεις κοιλιά στη μελέτη” κλπ. Καλοπροαίρετα λόγια, ως ένα βαθμό βάσιμα, γιατί το να μείνει κανείς μακριά από τις παρτιτούρες του για εννιά μήνες δεν είναι αμελητέο. Είχα όμως πάρει τις αποφάσεις μου: ό,τι είναι να γίνει θα γίνει. Θα κρατήσω όσο πιο αγωνιστική στάση μπορώ σε αυτούς τους μήνες, γιατί αλλιώς δεν θα έχουν νόημα.

Να όμως που πάνω στο καράβι σε εκείνη την ατέλειωτη νύχτα νιώθω μικρός: πώς θα τα καταφέρω; πού πάω; Εγώ είμαι ειρηνικό στοιχείο από τη φύση μου, θέλω την ηρεμία μου, τη γαλήνη μου… Άσε που είμαι 27 χρονών, μεγάλος για τέτοια πράγματα! Φοβάμαι…

Και να που το καράβι μας ξεφόρτωσε και μας πήρανε τα Stayer, λες και πάμε για εκτέλεση ένιωθα. Έκανα τον εαυτό μου να γελά, γιατί καταλάβαινα πως το παίρνω πολύ σοβαρά. Κι έτσι, μετά την κρυάδα της πρώτης μέρας που φοράς το χακί, άρχισα να λέω μέσα μου “δε γαμ…, πάμε”, δειλά πρώτα, ύστερα πιο θαρρετά. Μέρα με τη μέρα γνώριζα τα παιδιά του στρατοπέδου μου, άνθρωποι από όλα τα backgrounds, άλλοι σπουδαγμένοι μηχανικοί κι επιστήμονες, άλλοι μπογιατζήδες, σιδεράδες και αμμοβολιστές. Άρχισα σιγά σιγά να κάνω το στρατόπεδο σπίτι μου και να το βλέπω σαν τέτοιο.

Απ’ τις πρώτες μέρες κιόλας είχαμε δυσκολίες, που έπρεπε να αντιπαλέψουμε. Μας έβγαλε όλους την πρώτη Κυριακή ένας ανθυπολοχαγός “φρέσκος-φρέσκος” από τη σχολή στο προαύλιο να χαιρετάμε σε στάση προσοχής κι ύστερα πέρασε από έναν-έναν να μας διορθώσει τις παλάμες. Εν τω μεταξύ ξεκίνησε να ψιλοβρέχει. Κάποιοι κουράστηκαν και κατεβάζουν το χέρι. “Έχω μάτια και στην πλάτη” λέει δήθεν αγριεμένα ο… ξύπνιος ο ανθλγος “κουραστήκατε εσείς που κατεβάσατε το χέρι;”. Και παρά το φόβο που ακόμα δεν είχα ξεπεράσει, με πιάνει ένα πείσμα, το κατεβάζω κι εγώ το χέρι και φωνάζω “Μάλιστα κε Ανθλγε, κουραστήκαμε, κι έχει αρχίσει να βρέχει, και δε γνωρίζω αν προβλέπεται από πουθενά να κάνουμε εκπαίδευση για χαιρετισμό Κυριακή και υπό βροχή”. Προς έκπληξη μου, το μάζεψε αμέσως: “καλά, λίγο ακόμη και φεύγετε, όσοι κουραστήκατε κατεβάστε το”. Ο ίδιος ύστερα από μερικές μέρες μας έλεγε -στα πλαίσια της εκπαίδευσης πάντα- πως το νόημα του στρατού βρίσκεται στην φράση: “Πατρίς, θρησκεία, οικογένεια”. Του απάντησα κι εκεί αναλόγως. Όμως για πρώτη φορά δεν ήμουν ο μόνος: υπήρχαν κι άλλες αντιδράσεις. Εκεί άρχισα να συνειδητοποιώ πιο βαθιά πως έστω και η μικρότερη αγωνιστική στάση επηρεάζει και τους συνφάνταρούς μου και άρα πως η θητεία έχει νόημα με ψηλά το κεφάλι. Εκεί ξεκίνησα να κάνω και τους πρώτους μου φίλους.

Σαφώς τη βροχή και την πούντα δεν τη γλιτώσαμε, η βασική μας εκπαίδευση είχε όλο το πακέτο: λάσπες αντί για φούμο στο πρόσωπο, πρωινή πορεία μέσα στη βροχή και ύστερα την ίδια μέρα και βραδινή (πράγμα που δεν προβλέπεται) και σ’ όλα αυτά να μην προλαβαίνουμε να φάμε, ή να τρώμε “πατάτες ογκρατέν” με υφή χαρτόνι βραστό με ρίγανη. Μετά την εκπαίδευση μάλιστα, μας είχε τελειώσει το πόσιμο νερό στο εστιατόριο και τρώγαμε στεγνό φαΐ χωρίς νερό. Εκεί αποφασίσαμε να αντιδράσουμε. Με πρωτοβουλία δική μου, του Νικόλα και κάνα δυο άλλων φαντάρων γράψαμε ένα “γράμμα” να το στείλουμε στο Ριζοσπάστη. Το γυρίσαμε κλεφτά σε όλο το στρατόπεδο, να το δούνε παλιοί και νέοι και να μας πουν γνώμη. Πολλοί από τους παλιούς λέγανε “αφήστε τα ρε παιδιά κι ο διοικητής μας είναι καλός, μας έχει ζεστό νερό και πλυντήριο, έτυχε χτες να μην έρθουν τα ώνια (σ.σ.: τα ψώνια) κλπ”. Άλλοι λέγανε: “θέτε τώρα να τον αγριέψουμε; αφού τον βλέπετε πως είναι καλός και ελαστικός, είπε θα μας φέρει και playstation”. Οι περισσότεροι τελικά συμφώνησαν και το στείλαμε. Και να σου την επόμενη μέρα, ερώτηση του ΚΚΕ στη βουλή για το 265 Μ/Κ ΤΕ. Η εκπαίδευση πιο χαλαρή εκείνη τη μέρα, στο εστιατόριο όχι μόνο νερό, αλλά και κόκα κόλα και να σου ο διοικητής: “βάλε σε όλους, διπλή μερίδα, βάλε”, “κι εσείς κε Τάδε μου” έλεγε σ’ ένα στρατιώτη “τι δημητριακά τρώτε το πρωί; Εστιάτορα! παράγγειλέ τα να έρθουν!” κλπ τέτοια. Προσπαθούσε να δείξει στους φαντάρους το πρόσωπο του “φιλαράκου”, του “καλού” διοικητή.

Ο “καλός” μας διοικητής όμως μάλλον είχε και μια σκοτεινή πλευρά. Το στρατόπεδο ήταν στολισμένο με διάφορες ρήσεις διοικητών του παρελθόντος (γραμμένες σε μια μάλλον αρχαιοπρεπή γραμματοσειρά). Μπροστά απ’ το εστιατόριο έλεγε: “Η αυτοπεποίθηση των απλών στρατιωτών εξαρτάται απόλυτα από τη δύναμη του χαρακτήρα του διοικητή τους”, υπογραφή “στρατάρχης Manstein”. Άργησα να το προσέξω. Λίγο μια θολή μνήμη από το ντοκιμαντέρ “επιχείρηση Μπαρμπαρόσσα”, λίγο το ότι η υπογραφή “γερμανόφερνε”, δε μου καθόταν καλά αυτή η ρήση. “Φρέσκαρα” λοιπόν πρόχειρα τη μνήμη μου με το Google: Στρατάρχης Erich von Manstein, έδρασε στο δυτικό και το ανατολικό μέτωπο του Β’ ΠΠ ως διοικητής της Βέρμαχτ, ηγήθηκε της επιχείρησης Μπαρμπαρόσσα κλπ. Ξεκινούσαμε τα ΣΠΕΝ τότε (σ.σ.: Σχολή Προκεχωρημένης Εκπαιδεύσεως Νεοσυλλέκτων). Συνεννοήθηκα λοιπόν με τους φίλους μου τους φαντάρους και την επομένη βγήκα στην αναφορά, μπροστά σε όλο το ΣΠΕΝ. Είχαμε βολή. Τρέμαν τα πόδια μου, αλλά ήμουν αποφασισμένος και παράξενα ευτυχής: “ΣΤΡ (ΠΖ) Ανδρονιάδης Δημήτριος κλπ κλπ, Μπροστά από το εστιατόριο γράφει αυτή κι αυτή τη ρήση και είναι απαράδεκτο που στο χώμα τούτο της Ελλάδας, που ελευθερώθηκε με το αίμα του ελληνικού λαού από τους Ναζί, σε τούτο το νησί που έδωσε φόρο αίματος τα παιδιά του, να υπάρχει ρήση στρατάρχη της Βέρμαχτ, απαιτώ να σβηστεί σήμερα”. “Είσαι βέβαιος γι αυτό που λες;” με ρωτάει ο ανθλγος που έπαιρνε την αναφορά, ένα έξυπνο παλικάρι που σε ορισμένες περιπτώσεις έβγαζε μια απέχθεια για τις υπερβολικές τυπικότητες του στρατού. “Είμαι βέβαιος”.

Η επίμαχη ρήση

Σχεδόν αμέσως με παραπέμπει στη λοχαγό μου κι αυτή με τη σειρά της στο Διοικητή και του μεταφέρω το αίτημα μου να σβηστεί το ρητό απ’ τον τοίχο του στρατοπέδου. Η απάντηση του με εκπλήσσει: “Θα το σβήσουμε, ναι. Το είχαμε βάλει για να εμπνεύσει τους φαντάρους. Έχεις πρόβλημα όμως με αυτά που λέει η ρήση;” απαντάω: “Κε Δκτα, δεν έχω σκεφτεί ακόμη, αλλά πιστεύω πως έχω, σίγουρα όμως έχω με τον Στρατάρχη, κι ας είναι κι ένα απ’ τα ιδρυτικά μέλη του ΝΑΤΟ σας”. Βγαίνω απ’ το γραφείο του “φίλου” μας και ακόμα περισσότερο με εκπλήσσει ο τοίχος του εστιατορίου: το ρητό σβήστηκε!

Οι επόμενες εβδομάδες ήταν γεμάτες. Το γεγονός πήρε πανελλαδικές διαστάσεις, μου πήραν συνέντευξη διάφορα μέσα, ενώ η Κ.Ο. του ΚΚΕ κατέθεσε ερώτηση συνολικά για τις ρήσεις που αναγράφονται στα στρατόπεδα. Επέστρεφα με την άδεια των Χριστουγέννων, που τελικά μόνο άδεια δεν ήταν. Με το που πάτησα στην Αθήνα, με καλεί προσωπικά ο διοικητής μου στο τηλέφωνο: “Δημήτρη, μας ήρθε σήμα από το ΓΕΣ για την απόσπασή σου.” “Ποια απόσπαση;” “Σε θέλουν στην ΑΣΔΥΣ στη μουσική για ένα μήνα επειδή είσαι μουσικοσυνθέτης για τις ανάγκες σε κάλαντα στους επισήμους κλπ.” Όλως τυχαίως, αυτός ο μήνας συνέπεσε με τη συνέχεια του ΣΠΕΝ και με τη δημοσιοποίηση της όλης κατάστασης. “Κε Δκτα, πιστεύω ξέρετε πλέον πως έχει γίνει ερώτηση στη βουλή, πως έχει δημοσιοποιηθεί το συμβάν κλπ. Δεν πιστεύω πως η απόσπαση είναι τυχαία και θα ήθελα να την αρνηθώ”, του απαντάω. “Δεν γίνεται” λέει, “δεν περνάει απ’ το χέρι μου, είναι εντολή του ΓΕΣ να παρουσιαστείς κανονικά στις 19/12 (δυο μέρες μετά, μέσα στην άδειά μου). Έχεις πάρει στολή; Θα σου στείλουμε το χαρτί με ένα φαντάρο που απολύεται (!!!)”

Όντως παρουσιάζομαι στις 19 στην ΑΣΔΥΣ στο Γουδή, όπου βρίσκω τον υποδιοικητή, ο οποίος με πηγαίνει στον Στρατηγό για να με γνωρίσει. Εκεί τους είπα πως αρνούμαι (για τους παραπάνω λόγους) την απόσπαση και με ενημέρωσαν πως τελικά την πήραν πίσω κι απ τη μονάδα μου (ο Διοικητής είχε μεταφέρει την πρόθεσή μου να αρνηθώ).

Μετά την άδεια επέστρεψα στη μονάδα και απευθείας έρχεται η Λοχαγός μου: “Σε ψάχναμε, φεύγεις για Μυτιλήνη σε περιμένει ο Ταξίαρχος της Μεραρχίας, έχει διαταχθεί ΕΔΕ για το ρητό”. Στην ΕΔΕ ο Ταξίαρχος, ευγενική φυσιογνωμία, με ρώτησε και πάλι για τη ρήση: “Διαφωνείς με το νόημα του ρητού;” Εκεί πλέον απάντησα πως “ναι, γιατί δεν πιστεύω πως η αυτοπεποίθηση ενός στρατιώτη εξαρτάται αποκλειστικά και μόνο από την έμπνευση που μπορεί να αντλεί από τη διοίκηση. Αν καλούμουν να πολεμήσω, θα αντλούσα τη δύναμη μου κυρίως από το γεγονός πως έχω αφήσει πίσω μου οικογένεια, φίλους, γονείς, τη δουλειά μου και πρέπει να τα υπερασπιστώ. Αλλά επίσης, στον Β’ ΠΠ δεν ήταν και λίγοι οι διοικητές που λιποψύχησαν. Αυτό δε χαρακτήρισε τελικά ούτε τα τάγματά τους, αλλά ούτε τον ελληνικό λαό, που -στην τελική- μόνος του οργάνωσε την αντίσταση του απέναντι στους κατακτητές, με τον ΕΛΑΣ.” Στο τέλος της ΕΔΕ, ο Ταξίαρχος προσπάθησε με τη σειρά του να με καλοπιάσει, αφού “είσαι μουσικός, μπορείς να αξιοποιηθείς εδώ”, ένα μοτίβο που θα αρχίσει να επαναλαμβάνεται. Είπα πως αν με θέλουν στη μεραρχία, να με πάρουν, αλλά αφού ολοκληρώσω την εκπαίδευσή μου και με τυπικό τρόπο, καθώς έχω αρνηθεί ήδη μία φορά απόσπαση, δεν έχω πρόβλημα να αρνηθώ και δεύτερη. Με το που γύρισα στο τάγμα, το ίδιο τροπάρι ακολούθησε και ο Διοικητής μου, που αφού με απείλησε με έμμεσο τρόπο, ύστερα μου είπε “μουσικός δεν είσαι; να μιλήσουμε με τον διοικητή του μουσικού στη μεραρχία”. Περιττό να σας πω πως το διασκέδαζα πλέον. Πήρε την ίδια απάντηση.

Οι υπόλοιποι μήνες στη Λέσβο κύλισαν πιο ήρεμα. Πρωτοχρονιά στο φυλάκιο, -2°C με υγρασία και χιόνι, ΣΠΕΝ “μαλακά” “επειδή φέτος κάνει κρύο” (φοβηθήκανε βλέπετε, στον Έβρο είχε -10ºC και κάναν κανονικά σκηνάκια), Πάσχα στη σκοπιά κλπ. Τη μεγαλύτερη σημασία όμως έχει για μένα το πώς πήραν οι συνφάνταροί μου όλες αυτές τις εξελίξεις. Στην αρχή που είχε γίνει όλη η αναμπουμπούλα με βάζουν στο θάλαμο όλοι στη μέση και ξεκινούν: “καλά έκανες που τα είπες και μπράβο σου για το θάρρος σου κλπ. Όμως δεν έπρεπε να το κάνεις τόσο θέμα, γιατί στα ΣΠΕΝ θα μας παιδέψουν. Είμαστε χαμένοι!” Μάλιστα στην αρχή-αρχή κάποια παιδιά αποφεύγαν και να μου μιλάνε, μη και στιγματιστούν. Στους φίλους μου όμως, κουβέντα, όλη τη μέρα για το ότι εδώ μετράει το πως στεκόμαστε εμείς, να είμαστε μια γροθιά, ότι δυσκολίες έχουμε να τις βγάζουμε στην αναφορά κλπ., κι ας μας τιμωρήσουν. Στην τελική τιμή μας και καμάρι μας, μας τιμωρούν γιατί λέμε την αλήθεια. Ύστερα από ένα διάστημα όμως, κι αφού τα παιδιά είδαν πως τα ΣΠΕΝ μας έγινε βασικά απ’ το youtube (που βέβαια τους εξηγούσα πως κι αυτό καλό δεν ήταν, γιατί αν τύχαινε κάτι, τι θα λέγαμε στον κατακτητή, “κάτσε περίμενε, να δω πώς κάνουν πυρ και κίνηση οι καταδρομείς;”), ή που επισκέφτηκε “τυχαία” ο ΑΝΥΕΘΑ τη μονάδα μας και έδωσε 10 μέρες τιμητική άδεια σε όλο το τάγμα, κατάλαβαν πως κάτι τους ενόχλησε. Ορισμένοι μάλιστα πήραν θάρρος και αν βγαίναμε για κάτι στις αναφορές έβγαιναν κι αυτοί μαζί μας. Εκεί φτιάξαμε και τις καλύτερες φιλίες μας: στις αναφορές. Νιώθαμε μια ομάδα, περήφανοι που βγαίναμε στην αναφορά και δεν αφήναμε τίποτα.

Χιόνια στη Λέσβο

Σαφώς με βοήθησε που δεν προσπαθούσα να γκρινιάζω με το παραμικρό, αλλά ήμουν πρόθυμος να καθαρίσω, να προσφερθώ να βοηθήσω το συνφάνταρό μου. Πολλοί φαντάροι μπήκαν με το σκεπτικό να “κοιμηθούν” στη θητεία τους, να την κάνουν στη λούφα, να βρουν έναν ατομικό δρόμο. Εμείς προσπαθούσαμε να γίνουμε ομάδα, όπου έχει ο καθένας πρόβλημα να τον στηρίζουμε και να τον βοηθάμε. Προσπαθούσαμε να μη μας χωρίζει το αν είμαστε Έλληνες ή Αλβανοί, πολιτικοί μηχανικοί του ΕΜΠ ή αγράμματοι μεταλλεργάτες, παρά μόνο το ότι είμαστε όλοι παιδιά της εργατικής τάξης για να’μαστε στη Λέσβο, γιατί αλλιώς θα ήμασταν στην Αθήνα με βίσμα.

Δεν φοβόμασαν να συζητάμε ανοιχτά, ακόμα και με τα στελέχη: τι κι αν αυτός έχει έναν βαθμό; Στην τελική οι κατώτατοι-κατώτεροι αξιωματικοί του ΣΞ, οι ΕΠΟΠ, οι ΟΒΑ είναι εργαζόμενοι. Συζητούσαμε και μ’ αυτούς για τα επιδόματα που τους έκοβαν, τις συνθήκες που ζούσαν αυτοί και οι οικογένειες τους και το εκτιμούσαν. Έκανα φίλους μου αξιωματικούς τέτοιους. Μάλιστα, θα θυμάμαι πάντα έναν επιλοχία που πανηγύριζε να κάνουμε μαζί υπηρεσία στο φυλάκιο, γιατί θα πιάναμε πολιτική κουβέντα. Έλεγε, με όσα καταλάβαινε: “έχουμε 10 χρόνια να πάρουμε 10ήμερη τιμητική άδεια, καλά που’ρθες εσύ και τους ανακάτεψες”.

Σιγά σιγά τα παιδιά καταλάβαιναν πως ο διοικητής τους δεν είναι πραγματικά φίλος τους, αλλά έχει μάλλον φασιστικές απόψεις, πως κρατούσε το προκάλυμμα του “φίλου” γιατί περίμενε κι εκείνος την (ευνοϊκή) μετάθεσή του. Όταν πια την εξασφάλισε και αφού μετατεθήκαμε κάποιοι… ενοχλητικοί, άρχισε κανονικότατα να είναι και πιο αυταρχικός, και να τιμωρεί με το παραμικρό. Κάπου εκεί πέσανε οι μάσκες.

Το Μάιο πήρα μετάθεση για την ΑΣΔΥΣ. Εννοείται πως μερικές μέρες αφού έφτασα, είχα μια κουβέντα και μ’ ένα Στρατηγό (ακόμη) για το ρητό. Εννοείται πως με ρώτησε αν “είμαι μουσικός”. Παρά τις ερωτήσεις, τελικά δεν πέρασα ούτε μισή μέρα στη Μουσική. Ζήτησε σε κάποια φάση ο διοικητής της μουσικής στην Αθήνα να με πάρει, αλλά δεν με έδωσαν. Η ζωή στην ΑΣΔΥΣ ήταν μάλλον χειρότερη απ’ αυτή της Λέσβου, πολλές υπηρεσίες, πολλές αγγαρείες. Κι εκεί προσπάθησα να σταθώ μπροστά. Μαζί με τους συναδέλφους μου, γράψαμε γράμμα στον 902.gr περιγράφοντας ότι οι φαντάροι είχαν επωμισθεί σαν αγγαρείες την εργασία των καθαριστριών που είχαν απολυθεί πρόσφατα, ότι έκοβαν λεφτά από διάφορες οικοδομικές εργασίες και τις κάναμε εμείς μαζί με τις υπηρεσίες μας κ.ά.. Σαφώς η διοίκηση το πήρε… υπόψιν της και ελαττώθηκαν σημαντικά οι αγγαρείες. Όλοι οι φαντάροι το πήραν πάνω τους, αλλά και τα χαμηλόβαθμα στελέχη μας, που ήταν σε παρόμοια μοίρα με μας, μας επικροτούσαν σιωπηρά. Απολύθηκα 15 Αυγούστου 2019.

Τις πρώτες μέρες της θητείας μας, στη Λέσβο, βλέπαμε τους “παλιούς” να κάνουν δήθεν “μαγκιές” για να τους δούμε εμείς οι “ψάρακες”. Λέγανε ο ένας στον άλλο “πέσε και πάρε τόσες κάμψεις” (δήθεν καψόνι), “παρουσιάσου”, “παρουσιάστε αρμ” αν κουβαλούσαν κάνα όπλο κ.ά. τέτοια. Μιμούνταν ό,τι έβλεπαν δηλαδή πως έκαναν τα στελέχη τους. Αντίστοιχα, η ατομική λύση επικρατούσε και είχανε “σπάσει” σε παρέες ή μονάδες, ο καθένας να την παλέψει όπως μπορεί, με κοινωνικούς αυτοματισμούς να τους χωρίζουν: “νέοι-παλιοί”, Αλβανοί-Έλληνες, “βυσματωμένοι-αβυσμάτωτοι” κλπ. Υπήρχαν βέβαια και φωτεινές εξαιρέσεις, αλλά κατά κύριο λόγο η κατάσταση ήταν τέτοια. Τον Ιούνιο λοιπόν, γύρω στις εκλογές, μίλησα με έναν καλό μου φίλο που είχε μείνει αμετάθετος πίσω στο νησί. Είχε αυστηρέψει πλέον ο “καλός” μας διοικητής. Με πήρε να με ρωτήσει “τι να κάνουμε, πώς να βγούμε στην αναφορά, πώς να τα οργανώσουμε” κλπ. Και τότε κατάλαβα πως οι “νέοι”, η ΕΣΣΟ που είχαμε “βάλει” εμείς είδαν παιδιά νέα να διεκδικούν στην αναφορά τους, να πηγαίνουν πολλές φορές κόντρα στα στελέχη τους, να μη δέχονται καψόνια κι αγγαρείες κι ας τρώνε κρατήσεις, είδαν κόσμο ενωμένο να κρατάει το κεφάλι ψηλά.

Αγγαρεία να κόψουμε χαρτάκια στην ΑΣΔΥΣ. Προχωρημένη παράνοια

Και σκέφτομαι: αν είχα βάλει βύσμα θα είχα κάνει μια “ήσυχη” θητεία, θα ήμουν σε ένα χλιαρό γραφείο και θα περνούσαν 9 μήνες με μια απλή καθημερινή ενόχληση, που δεν θα ’λεγαν και τίποτα. Αν δεν είχα βάλει βύσμα, αλλά προσπαθούσα να την περάσω μόνος μου, απαρατήρητος, λουφαδόρος μπορεί να γλίτωνα καταστάσεις, να χωνόμουν και στο μουσικό, που στην τελική μου άξιζε και τυπικά. Όμως αυτές τις εικόνες, από τις οποίες δεν σας γράφω ούτε τις μισές και ξεφεύγω από τις 2700 λέξεις, τους φίλους που έκανα, που τώρα πάλι έχω να τους μιλήσω καιρό και το μετανιώνω, τα φιλικά χτυπήματα στην πλάτη, όλο τον Debussy που άκουσα στις σκοπιές κι αυτό το αίσθημα του ότι πραγματικά κάτι κάναμε, δώσαμε μια καλύτερη σκυτάλη από τα δήθεν καψόνια των “παλιών” στην επόμενη ΕΣΣΟ, δεν θα τις έκανα.

Και το κυριότερο: δεν ένιωθα μικρός στο τέλος της θητείας μου, ούτε φοβισμένος. Έκανα πράγματα που δεν πίστευα πως είχα τη δύναμη να κάνω. Νιώθω πραγματικά περήφανος που έκανα τη θητεία μου ως κομμουνιστής.