Αναμνήσεις από τη στρατιωτική μου θητεία – Νίκος Αξυπολιτίδης-Καραγιάννης

Τέλος Μάρτη, αλλαγή της ώρας και ο χειμώνας κλείνει οριστικά την πόρτα πίσω του, αφήνοντάς μας στην Άνοιξη που λαχταράμε. Έστω και έτσι, με ό,τι κλείδωμα και αν σκαρφιστούν, η Άνοιξη παραμένει η ωραιότερη εποχή του χρόνου.

Με τις σκέψεις αυτές τα βήματά μου με έφεραν στο Διοικητήριο. Ησυχία παντού, κάτι πρωτόγνωρο για το συγκεκριμένο χώρο.

Τα γραφεία άδεια, εκτός από το γραφείο προσωπικού, όπου ο υπασπιστής χωμένος στα χαρτιά, δεν πήρε είδηση πως είχα φτάσει.

  • Καλημέρα υπασπιστή! Όλα καλά;
  • Καλημέρα κύριε Διοικητά. Όλα καλά. Χτες είχαμε αφίξεις και επειδή δεν πρόλαβα να τακτοποιήσω τα Φύλλα Πορείας, το κάνω τώρα.
  • Κατάλαβα. Πανικός δηλαδή.
  • Ο στρατιώτης που θα παρουσιαστεί, έχει ήδη ειδοποιηθεί. Σε ένα λεπτό θα είναι στο γραφείο σας.
  • Ωραία. Πάω και τον περιμένω.

Μπαίνω στο γραφείο. Πριν καλά καλά καθίσω στην καρέκλα, χτυπά η πόρτα.

  • Εμπρός!
  • Στρατιώτης Νίκος Αξυπολιτίδης-Καραγιάννης. Διατάξτε κύριε Διοικητά.
  • Καλώς ήρθες. Τακτοποιήθηκες; Όλα καλά;
  • Μάλιστα κύριε Διοικητά. Όλα πολύ καλά!
  • Γνωρίζεις τη διαδικασία; Μπορούμε να ξεκινήσουμε;
  • Τη γνωρίζω κύριε Διοικητά. Να ξεκινήσουμε

Η όμορφη περιπέτεια της στρατιωτικής μου θητείας ξεκινάει λίγες ώρες πριν την παρουσίασή μου, τον Οκτώβρη του 2019, στο πλοίο Πειραιάς-Κω. Εκεί που μαζί με έναν ακόμα φίλο (έτυχε να παρουσιαζόμαστε ίδια μέρα) επιβιβαζόμαστε  και γνωρίζουμε τις πρώτες “σειρές” μας. Μπαμ κάναμε όλοι από μακριά, ψαρωμένοι, ολίγον αγχωμένοι, κοντοκουρεμένοι και ξυρισμένοι. Αμέσως πιάνουμε τις πρώτες παρέες του ταξιδιού,

Φτάνουμε λοιπόν στο στρατόπεδο και ξεκινάμε: έλεγχος προσωπικών αντικειμένων. Κορδωμένος εγώ, ήρθε λέω και για μένα αυτή η στιγμή που ακούω χρόνια από φίλους: “το πρώτο πράμα που θα δείξεις είναι η ταυτότητά σου, ο Ριζοσπάστης”. Ανοίγει λοιπόν την τσάντα ο υπαξιωματικός, βλέπει τον Ρίζο φάτσα-κάρτα, σκαλώνει λίγο αλλά συνεχίζει τη δουλειά του. Όμως, ένας συνάδελφός του παραδίπλα (και ανώτερος στο βαθμό, είχε παραπάνω σαρδέλες) αποδεικνύεται λίγο πιο ευαίσθητος: “Απαγορεύονται οι πολιτικές εφημερίδες στο στρατό, θα στην κατάσχουμε και θα την πάρεις όταν βγεις με άδεια”. Πού να ξέρει τώρα αυτός ότι μέχρι να βγω σε άδεια θάχουν εκδοθεί άλλοι 15 Ριζοσπάστες, αλλά το προσπερνάμε. Αντιδράω και ζητώ να μάθω τον κανονισμό που τις απαγορεύει. “Ο καθένας ας πιστεύει ό,τι θέλει μέσα του αλλά εδώ στον στρατό όλοι εκφέρουμε μία άποψη” απαντάει. Επιμένω να μάθω πού τα γράφει αυτά. Έρχεται προς ενίσχυση άλλος υπαξιωματικός (μάλλον με ακόμα περισσότερες σαρδέλες) και γυρνάει το τροπάρι: “Δεν απαγορεύονται μόνο οι πολιτικές εφημερίδες αλλά όλες, ακόμα και οι αθλητικές”. Επιμένω ότι δεν υπάρχουν πουθενά γραμμένα αυτά και μάλλον το πρόβλημά τους είναι με τη συγκεκριμένη εφημερίδα. Κάπου εκεί με διατάσσουν να πάω για ξύρισμα…… Γυρνώντας, με περιμένει ένας δόκιμος μαζί με 2 ακόμα που είχαν αστέρια κι όχι σαρδέλες (έτσι μόνο τους ξεχώριζα την πρώτη μέρα) και μου επιστρέφουν την εφημερίδα.

Οι μέρες στην Κω μέχρι την ορκωμοσία περνάνε γρήγορα. Καινούργιος κόσμος, ολίγον χαβαλές, πολύ “βήμα” και παραγγέλματα. Καθημερινή μάχη για να πάρουμε κάναml παραπάνω χλωρίνη από το προβλεπόμενο. Και πολύ κράξιμο, από όλους, σε έναν ψευτόμαγκα της σειράς μας που δεν ήθελε να επιτραπεί σε έναν μουσουλμάνο συνφάνταρο να ορκιστεί στο Κοράνι…. Ο συνφάνταρος τελικά ορκίστηκε σε αυτό που πιστεύει, ίσως παίρνοντας δύναμη και από μας τους άθεους που ήμασταν 2 βήματα παραδίπλα στην παράταξη για να δώσουμε την “υπόσχεσή” μας.

Μετά την άδεια της ορκωμοσίας έρχεται η μετάθεση στη Θήβα και από κει στην Κύπρο. Οι 6 μήνες εκεί μένουν αξέχαστοι. Από τον καιρό της Κύπρου με την υγρασία και τα 40αρια που χτύπαγε κάθε μέρα τον Μάη, τις διάφορες εθνότητες που συνθέτουν τον πληθυσμό του νησιού, μέχρι το χαλούμι και τις κυπριακές πίτες. Αλλά κυρίως, λόγω των στιγμών που περάσαμε με τα υπόλοιπα παιδιά, τον χαβαλέ, τις αϋπνίες από τις υπηρεσίες, τη βοήθεια στα προβλήματα του καθένα, τις ατελείωτες συζητήσεις επί παντός επιστητού. Μου έμεινε ότι η κοινή συμβίωση είναι αυτή που διαμορφώνει το έδαφος της αλληλεγγύης, της απέχθειας στη ρουφιανιά και στο φίδιασμα. Η στάση σου στην καθημερινότητα είναι που σου δίνει κύρος, που κάνει ακόμα και τον πιο δύσπιστο να ακούσει προσεκτικά τις απόψεις σου. Όσο περισσότερο αγωνίζεσαι για την καλυτέρευση της ζωής της δικής σου και του διπλανού σου, τόσο περισσότερο δένεσαι μαζί του.

Μια μέρα διαβάζω για την πρόθεση της κυβέρνησης να στείλει ελληνικά στρατεύματα στη Λιβύη. Είχε προηγηθεί η συμφωνία με τη Σαουδική Αραβία για την αποστολή της συστοιχίας των Patriot και μετά από λίγες μέρες θα ακολουθούσε η υπόσχεση στη Γαλλία για αποστολή δυνάμεων στο Μάλι. Το συζητάω με τους υπόλοιπους στην ίλη μου (ίλη=λόχος στη γλώσσα των τεθωρακισμένων). “Έλα ρε”, μου απαντάνε, “τι μας απασχολούν εμάς αυτά; αφού ξέρεις ότι στο τέλος δεν θα γίνει τίποτα”.“Τι δουλειά έχουν ελληνικές δυνάμεις στη Λιβύη, ποια σύνορα προστατεύουν”, επιμένω εγώ, “αυτές είναι επικίνδυνες εξελίξεις, σήμερα μπορεί να στείλουν 2-3 ανώτατους αξιωματικούς, αύριο θα στείλουν εμάς”. “Αποκλείεται ρε”το χαβά τους οι σειρούλες, “μόνο μισθοφόροι για καριέρα πάνε σ’ αυτά. Άσε που αν έχουμε συμμάχους, θα μαστε πιο ασφαλείς.” Περνάει καμία βδομάδα με αρκετές τέτοιες συζητήσεις και αποφασίζω να βγω στην αναφορά της ίλης να εκφράσω την ανησυχία μου για αυτή την εξέλιξη και τους κινδύνους που φέρνει. Για να μ’ ακούσουν και τα στελέχη, να σπάσει και λίγο η λογική ότι στον τάκο βγαίνεις μόνο αν είσαι αναφερόμενος για παράπτωμα. Κυρίως, για να νιώσω καλά με τον εαυτό μου ότι “εγώ αυτό που έπρεπε να πω το είπα”. Εκεί λοιπόν στον τάκο που νομίζω ότι “παίζω για τη φανέλα” μόνο, ρωτάει ο  ίλαρχος τους υπόλοιπους: “Υπάρχει κανείς άλλος που να συμμερίζεται τις ανησυχίες του Καραγιάννη;” και να σου τέσσερις να βαράνε προσοχή και να βγαίνουν μπροστά. Εδώ βέβαια  οι ναύτες του Θεμιστοκλή κατέβαζαν τη ΝΑΤΟϊκή σημαία και ξήλωναν τους θυρεούς των φονιάδων, οπότε μάλλον θα έπρεπε να έχω περισσότερη εμπιστοσύνη στο τι καταλάβαιναν οι σειρούλες… Επόμενος στόχος, να καταφέρω να αποδομήσω στο μεσημεριανό όλη την επιχειρηματολογία εφησυχασμού του ιλάρχου που ακολούθησε στην αναφορά.

Περνάει ο καιρός, οι συζητήσεις φουντώνουν, τώρα μπαίνουν στο παιχνίδι και 2-3 στελέχη που έχουν τις αγκυλώσεις τους μεν αλλά σέβονται τις θέσεις μου και ενδιαφέρονται για κουβέντα. Ακόμα χρωστάω χάρη σε έναν που αντί να μου ρίξει ποινή για τον εντελώς ακατάστατο φοριαμό μου, μου πιασε κουβέντα για τους Σαρκοφάγους του Λουντέμη που είχα μέσα.

Φτάνει Μάρτης και μας πιάνει το πρώτο κύμα της πανδημίας. Τέρμα οι έξοδοι, άκυρες οι άδειες, όλοι μέσα. Επί 3 μήνες κλεισμένοι στο στρατόπεδο, να βλέπουμε μόνο παραλλαγή. Μαζί με την πανδημία βέβαια ήρθε στην καθημερινότητα και το alt.gr που αποτέλεσε βασικό σύντροφο όλο αυτό το διάστημα. Αρχίζει να μας πιάνει ένα σφίξιμο, ένα μπούχτισμα. Τα βάζουμε λοιπόν κάτω με τους άλλους φαντάρους και λέμε “κάτι πρέπει να κάνουμε στον ελεύθερο χρόνο, δεν μπορεί να συνεχιστεί άλλο αυτή οι κατάσταση να καθόμαστε όλη μέρα μπροστά στην οθόνη του κινητού”. Ζητάμε από τη διοίκηση να μας επιτρέψει να αθλούμαστε, να παίζουμε μπάσκετ, να μας φέρουν κανένα επιτραπέζιο. Ευτυχώς, η διοίκηση όχι μόνο συμφωνεί αλλά διοργανώνει κανονικό τουρνουά μπάσκετ μεταξύ των ιλών. Με συγκεκριμένο πρόγραμμα αγώνων και προπονήσεων και οργανωτική επιτροπή από φαντάρους. Τα σαββατοκύριακα λοιπόν γίνεται το έλα να δεις. Όλο το στρατόπεδο μαζεύεται να δει τα μεγάλα ματς (τα σκορ θυμίζουν αγώνα πόλο αλλά δεν πειράζει), ο χαβαλές πάει σύννεφο, η ένταση εκτονώνεται. Τις καθημερινές γυμναστική και προπόνηση (έχουμε και ματς το σκ), αρκετό Τrivial και πολύ περισσότερο Risk…. Ταυτόχρονα, με 6-7 ακόμα συνφάνταρους θεατρόφιλους, βρίσκουμε ένα λάπτοπ και βλέπουμε διάφορες θεατρικές παραστάσεις που ανέβαιναν δωρεάν στο ίντερνετ κατά το πρώτο λοκντάνουν. Μάλιστα, μια τέτοια προβολή αποτέλεσε και αντικείμενο χλευασμού κατά τη διάρκεια μιας επιλαρχικής αναφοράς από έναν αξιωματικό. Του φάνηκε πολύ αστείο νέοι άντρες να βλέπουν τις Βάκχες του Ευριπίδη. Δεν βαριέσαι, του ετοιμάζαμε καλό χουνέρι και του λόγου του.

Ένα βράδυ ο ίδιος αξιωματικός επιμένει να πούμε στη βραδινή αναφορά τη στρατιωτική προσευχή. Έλα μου όμως που κανένας δεν την ξέρει… Παίρνοντας το αυστηρό του ύφος μας αναφέρει ότι οφείλουμε να την ξέρουμε και ότι κάτι τέτοιο αναγράφεται στον κανονισμό. Παίρνω το λόγο και υπερασπίζομαι ότι από τη στιγμή που κάποιος δεν είναι υποχρεωμένος να λέει την προσευχή, δεν είναι υποχρεωμένος και να την ξέρει. Προσπερνώντας αυτό το -μάλλον παράλογο στα αυτιά του- επιχείρημα, μας απειλεί ότι στην επόμενη υπηρεσία του θα μοιράσει καμπάνες σε όσους είναι αδιάβαστοι. Μετά την αναφορά γίνεται η ανάλογη συζήτηση μεταξύ των φαντάρων και με χαρά βλέπω παιδιά θρήσκα να υπερασπίζονται τη θέση μου. Έρχεται η επόμενη υπηρεσία του και ξεκινάει ο έλεγχος για το ποιος είναι διαβασμένος. Για κακή του τύχη ήταν αρκετοί. Όμως, δεν είχαν διαβάσει την προσευχή αλλά τον κανονισμό που επικαλούταν και ο οποίος τελικά δεν ανέγραφε πουθενά τέτοια υποχρέωση. Ε, εκείνο το βράδυ δεν είπαμε ούτε το πάτερ ημών. Ούτε το επόμενο, μιας και υπηρεσία είχε ο προαναφερόμενος αναγνώστης του Λουντέμη αξιωματικός. Ο οποίος, αφού με πιασε το πρωί να συζητήσουμε για το αν υπάρχει Θεός και να συμφωνήσουμε ότι διαφωνούμε, αποφάσισε να μας ενημερώσει πλήρως για το δικαίωμά μας στην ανεξιθρησκία και μέσα στο στράτευμα.

Κάπως έτσι φτάνουμε στο τέλος Μάη και πλησιάζει η ώρα της αποχώρησης από την Κύπρο. Με κάτι δεκάδες μέρες υπολειπόμενης άδειας που ουσιαστικά κάνουν τυπική διαδικασία τις μέρες θητείας στην Ελλάδα μέχρι την απόλυση. Εκείνες τις μέρες φτάνει και στα χέρια μου το “Φύλλο Πορείας”, η έκδοση του ΚΚΕ για τους στρατευμένους και τα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων. Αποφασίζω να το κάνω δώρο στη σειρά μου. Θέλω να τους γράψω και μια αφιέρωση. Οπότε έχω τα βιβλιαράκια αφημένα στον φοριαμό μου και διαβάζω το δικό μου. Ακόμα θυμάμαι τη σειρούλα τον Κώστα να μου φωνάζει “Ρε Νίκο, θα μου το δώσεις επιτέλους αυτό να το διαβάσω κι εγώ;” Καλά ρε Κώστα, εσύ πριν  6 μήνες δεν έλεγες “μα καλά ρε Νίκο, με το ΚΚΕ ασχολείσαι;’’……