Αναμνήσεις από τη Στρατιωτική μου Θητεία – Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος

Κυττάζω το οργανόγραμμα και διαπιστώνω πως δεν έχω άλλον Αξιωματικό. Και η ανάγκη για Διμοιρίτη, όσο βλέπω να προσέρχονται στρατευμένοι, καθίσταται επιτακτική.

  • Υπασπιστή, έλα λίγο στο γραφείο μου, σε παρακαλώ.
  • Διατάξτε κύριε Διοικητά.
  • Θέλω να δεις αν στην Σειρά αυτή έχουμε κάποιον Δόκιμο Αξιωματικό.
  • Μισό λεπτό να κυττάξω κύριε Διοικητά. Ναι, έχουμε. Του Πυροβολικού! Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος.
  • Ευτυχώς. Την κατάλληλη στιγμή! Ειδοποίησέ τον να έρθει για συνέντευξη.
  • Μάλιστα κύριε Διοικητά.

Βγήκε ο υπασπιστής από το γραφείο μου και η γνωστή φωνή που κάνει το κτίριο να τρίζει.

  • Ο ΔΕΑ Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος, να παρουσιαστεί στο Διοικητή!

Δεν πέρασαν, παρά ελάχιστα λεπτά. Χτυπά η πόρτα και…

  • ΔΕΑ Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος. Διατάξτε κύριε Διοικητά!
  • Καλώς όρισες Δόκιμε. Χαίρομαι που ήρθες. Κάθισε σε παρακαλώ. Τη διαδικασία τη γνωρίζεις;
  • Μάλιστα κύριε Διοικητά.
  • Οπότε, ξεκινάμε!

90 Α’ ΕΣΣΟ, Πυροβολικό.

Θήβα, Μεγάλο Πεύκο, Θεσσαλονίκη- Στρατόπεδο Καρατάσου και στο τέλος πάλι Μεγάλο Πεύκο.

Αυτή είναι η διαδρομή της θητείας μου.

23 μήνες… Κανονικά ήταν 18…

“Πήγαινε δόκιμος” ήταν τα λόγια του πατέρα μου “θα περάσεις καλύτερα”.

 Όντως καλά πέρασα αλλά και πέντε μήνες παραπάνω ήταν κάτι βαρύ.

Αναμνήσεις έντονες. Πειθαρχία, καψονάκι, ευθύνες, φιλίες, γέλια.

Τι να θυμηθεί κανείς.

Μετά τη Θήβα πέρασα δόκιμος.

Και αυτό σήμαινε εκπαίδευση στο Μεγάλο Πεύκο. Δύσκολο.

Με το που πήγαμε μπαίναμε ουρά για τα πάντα.  Ουρά και βήμα για να κουρευτούμε. Ακόμη και για την τουαλέτα.

Ποτίζαμε τα παρτέρια του στρατοπέδου με το εξωτερικό του κράνους μας, που σημαίνει καμιά ώρα πότισμα τουλάχιστον.

Ήμασταν οι μοναδικοί Δόκιμοι σε όλο τον ελληνικό στρατό που εκτός από τις ασκήσεις και τις σκοπιές είχαμε και μελέτη καθημερινά. Για το πώς λειτουργούν τα πυροβόλα. Τοπογράφοι, κέντρα διευθύνσεως πυρός, παρεκτροπή, βεληνεκές.

Εκεί άκουγες νταπ νταπ το ένα μετά το άλλο τα κεφάλια μας να προσκυνάνε στο θρανίο, αφού την προηγούμενη νύχτα είχαμε χτυπήσει γερμανικό νούμερο.

Οι εκπαιδευτές μας έβαζαν φωνή,  αλλά την καμπάνα δεν την έριχναν. Μόνο γι αυτήν την συνθήκη έκαναν τα στραβά μάτια.

Αξέχαστο θα μου μείνει εκείνο το Πάσχα στο Μεγάλο Πεύκο καθώς το βράδυ της Ανάστασης εγώ είχα υπηρεσία ταψιά.

Και καθώς καθάριζα τα λίπη από τις πατάτες φούρνου έβλεπα τα βεγγαλικά της Ανάστασης που έλαμπαν σαν άστρα μέσα στο σκοτάδι από την Φανερωμένη που ήταν απέναντι ακριβώς απ το στρατόπεδο. Στην Σαλαμίνα.

Κάτι έλαμψε μέσα μου. Ίσως η ενηλικίωση μου.

Είχα εξαντλήσει όλο το ελληνικό ρεπερτόριο τραγουδώντας ακατάπαυστα στη σκοπιά για να μη με πάρει ο ύπνος καθώς οι εξωτερικοί έφοδοι περνούσαν κάθε βράδυ ανελλιπώς.

Είχαμε μείνει μισοί σε κιλά και περιμέναμε εναγωνίως την αποφοίτησή μας ως δόκιμοι και μία ευνοϊκή μετάθεση να μας λυτρώσει.

Επιτέλους βγήκαν οι μεταθέσεις.

Θεσσαλονίκη. Και όποιος βιάζεται να πει πως η μετάθεση ήταν ευνοϊκή απατάται!

Ανέβηκα με το τρένο και όταν παρουσιάστηκα στη μονάδα, ο Διοικητής που ήταν καινούργιος και αυστηρός, είπε μόνο δύο κουβέντες.

“Καλωσήρθες ΥΕΑ, το λουκάνικο σου και ετοιμάσου για Ουρανούπολη”.

15 μέρες σκοινάκια μέσα στο Άγιο Όρος. Πυρασφάλεια. Μοναδική εμπειρία. Οι παραλία που ήταν δίπλα στις σκηνές μας, ήταν απάτητη, παρθένα.

Μόνο ο Στρατός επιτρέπονταν να μπει από ξηράς μέσα στο Άγιο Όρος.

Θυμάμαι έναν ερημίτη που ήταν εκεί, άγιος άνθρωπος.

Του έλειπε το ένα χέρι.  Μάθαμε πως το είχε χάσει στον πόλεμο. Αυτό όμως που του είχε απομείνει, ήταν τόσο δυνατό σαν του Παναγιώτη Γιαννάκη.  Σήκωνε ένα καρότσι γεμάτο πέτρες με το ένα χέρι!

Κι αυτό ήταν ένα θαύμα.

Μας αγαπούσε, γελούσε, έπαιζε τάβλι μαζί μας. Μόνο βρισιές δεν ήθελε ν ακούει.

Όταν ήρθαν οι Μαυροσκούφηδες να μας αντικαταστήσουν και επιστρέφαμε στην μονάδα, έπιασε φωτιά ..

Η Μονάδα στη Θεσσαλονίκη ήταν μάχιμη.  Πολλές ασκήσεις, κρύο, λάσπη.

Όμως, για μας που ήμασταν πλέον Δόκιμοι υπήρχε και η όμορφη Θεσσαλονίκη. Τα βράδια αν δεν είχαμε υπηρεσία κοιμόμασταν εκτός στρατοπέδου σε σπίτια που νοικιάζαμε.

Διότι είχαμε μισθό… Και αυτό ήταν το καλό της υπόθεσης. Όπως και το ότι η  Θεσσαλονίκη, ως γνωστόν, είναι πλανεύτρα! Όπως και οι γυναίκες της.

Έτσι τριγυρνούσαμε ως γόηδες τα βράδια στα απανταχού μπαρ της πόλης και ξεχνούσαμε για λίγο πως την επόμενη μέρα το πρωί το Steyer θα περνούσε να μας πάρει στις 7 το πρωί.

Θυμάμαι μια άσκηση με επίστρατους που προσπαθούσαμε να τους βάλουμε σε στοιχειώδη έστω τάξη, αφού οι περισσότεροι ήταν μεγάλοι σε ηλικία με οικογένειες παιδιά και μούσια σαν του Άρη Βελουχιώτη.

Την νύχτα λιποτακτούσαν στο κοντινότερο χωριό για σουβλάκια και μπύρες.

“Κάντε λίγο υπομονή, ακούτε τους αξιωματικούς, λίγες μέρες είναι θα περάσουν, κι από μένα ότι θέλετε” έλεγε ο Διοικητής.

Ο Διοικητής αργότερα λόγω γνώσεων με έβαλε Διαχειριστή Χρηματικού. Ευθύνη μεγάλη. Θυμήθηκα πολλές φορές τον Χορν..

“Ένα εκατομμύριο εκατόν μια χιλιάδες, εκατόν μια και ένα… Δεν συμφωνεί..”

Όταν απολύθηκε η σειρά μου, άρχισα να τρελαίνομαι. Τι κάνω εγώ τώρα εδώ; Ένα μήνα μετά ήρθε η μετάθεση στο Μεγάλο Πεύκο. Ήμουν πια έφεδρος Ανθυπολοχαγός.

Έπρεπε εγώ τώρα να είμαι αυστηρός με τους νέους. Το πρωί ήμουν αναγκασμένος να κρατήσω τα προσχήματα. Όμως το βράδυ όταν ήμουν υπηρεσία, έπαιρνα κρασί από την πύλη, διέταζα κάποιους που είχα πληροφορίες ότι τραγουδούσαν καλά, να έρθουν σε μια αίθουσα και τραγουδούσαμε.

Φέτος λίγο πριν το lockdown που ανέβηκα στην Θεσσαλονίκη για παραστάσεις, βρήκα ξανά μετά από τόσα χρόνια τον Γιάννη Βερώνη, ένα φίλο που είχα να τον δω από τότε που παρουσιαστήκαμε μαζί στην Θήβα.

Κι είναι αλήθεια όπως λέει κι ο ποιητής πως “χρώμα δεν αλλάζουνε τα μάτια,  μόνο τρόπο να κοιτάμε”.